Στο υπόγειο ενός παλιού κτιρίου στην οδό Στουρνάρη, εκεί που η υγρασία μύριζε παλιό βινύλιο και ζεστούς ενισχυτές, ο και ο Ταυλάς ρύθμιζαν τα μικρόφωνα για το πιο φιλόδοξο επεισόδιο του «Μουσική Βιομηχανία Podcast».
— «Περιμένοντας τον Στέλιο, γίναμε εμείς η ιστορία», είπε ξαφνικά ο Ταυλάς.
Ο Λυμπερόπουλος χαμογέλασε με εκείνη την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που έχει φάει τη μουσική πιάτσα με το κουτάλι.— «Θα έρθει. Η βιομηχανία άλλαξε, Ταυλά. Τα $ και τα € δεν κρύβονται πια στα ράφια των δισκοπωλείων, αλλά στα streams. Κι ο Στέλιος ξέρει ότι αν θέλει να ακουστεί ξανά ο ήχος του, το podcast μας είναι η μόνη πύλη.» Η βιομηχανία άλλαξε, Ταυλά
Η ώρα περνούσε. Το κόκκινο λαμπάκι του "On Air" έμενε σβηστό. Οι δυο τους άρχισαν να αναπολούν. Μίλησαν για τις μέρες των μεγάλων labels, για τα συμβόλαια με τα ψιλά γράμματα, για την άνοδο του ψηφιακού χάους και για το πώς η τέχνη έγινε data.
Το επεισόδιο ξεκίνησε. Και εκείνη τη νύχτα, η «Μουσική Βιομηχανία» δεν ήταν πια business. Ήταν ηλεκτρισμός. είπε ο Λυμπερόπουλος
— «Είσαι σίγουρος ότι θα έρθει;» ρώτησε ο Ταυλάς, ελέγχοντας τη στάθμη του ήχου. «Ο Στέλιος δεν είναι απλός καλεσμένος. Είναι ο μύθος των 90s, ο άνθρωπος που εξαφανίστηκε με τις χρυσές μήτρες του τελευταίου μεγάλου δίσκου της εποχής.»
Ξαφνικά, η βαριά σιδερένια πόρτα έτριξε. Ένας ίσκιος στάθηκε στο πλατύσκαλο. Φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν που είχε δει καλύτερες μέρες και κρατούσε μια θήκη κιθάρας γεμάτη αυτοκόλλητα. — «Είσαι σίγουρος ότι θα έρθει
— «Αργήσατε», είπε ο Λυμπερόπουλος, πατώντας το "Record".— «Η μουσική δεν αργεί ποτέ», απάντησε ο Στέλιος πλησιάζοντας στο μικρόφωνο. «Απλά περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να προκαλέσει θόρυβο.»